Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Οι κρυμμένοι Θησαυροί της Θεσπρωτίας



  Με ένα “χάρτη” στο χέρι και φορτωμένος με όλα τα άλλα σύνεργα κίνησα πάλι για το κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού ……. ανέβηκα στην Σκάλα του Ζοργιάννου, πλάι στο επιβλητικό απομεινάρι του πύργου στάθηκα. Αμέσως ξεκίνησα να βάζω τον εξοπλισμό στα σωστά σημεία και άρχισα να “σκάβω”…….Όχι δεν παραμέρισα καμία πέτρα, μήτε χώμα βγήκε απ’ την Θεσπρωτική Γη, μα ούτε καν έψαξα κάτω να ανακαλύψω άλλον ένα  θησαυρό  της. Η λάμψη του ήταν εκεί προς την ανατολή ανάμεσα στα σύννεφα. Τα πλούτη έρεαν μαζί με το Καλαμά κάτω απ΄ την Ντούλκα. H αμύθητη του αξία, τα χρώματα που ερχόταν απ’ την Δύση. “Ανεβαίνοντας” τον ποταμό μες στην αντάρα,  στην Σκάλα στεκόταν για λίγο σαν να ήταν αυτά τα πλεούμενα των αρχαίων χρόνων. Ξεφόρτωναν, μαζί με τα καλούδια της Ίριδας, μαντάτα μύθους και   ιστορίες και συνέχιζαν των “πλου” τους. Θα τα χάριζαν για άλλη μια μέρα σε όλο το ανέβασμα τους  στη ροή του ποταμού Θύαμη στην Θεσπρωτική Γη.

 Τόσα χρόνια κυνηγώ “θησαυρούς” και για άλλη μια φορά στάθηκα σε έναν από αυτούς και μην γελιέστε δεν πρόκειται λοιπόν για χρυσό, λύρες, πολύτιμα πετράδια. Οι θησαυροί της Θεσπρωτίας είναι οι άγνωστες πανέμορφες γωνιές της που τόσο πολύ και…. πολλοί αγνοούμε. Ξεχνάμε αυτά τα “πλούτη”  έχοντας τα βλέμματα μας χαμηλά εστιάζοντας στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας μας. Ας σηκώνουμε το βλέμμα μας ψηλά και γύρω μας, να μάθουμε τις ομορφιές του τόπου μας και την ιστορία που αναδύεται απ αυτές. Δεν θα μας εμποδίσει κανένα ξωτικό, θεριό ή φίδι, να τις βγάλουμε στο φως, να τις αναδείξουμε.

Υ.Σ. : Τα σύνεργα μου: μια φωτογραφική μηχανή προέκταση των ματιών και της ψυχής  και φυσικά η αγάπη για αυτόν τον Τόπο……
.
Όσο για το “χάρτη” μου  ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Μιχάλη Πασιάκο που όλα αυτά τα χρόνια ακολουθώ. Από την κάθε του λέξη “κρέμομαι” για να ανακαλύψω ακόμα έναν κρυμμένο θησαυρό της Θεσπρωτίας.

…τις λέξεις κλειδιά αναζητήστε τες στο blog του Μιχάλη:  La Bastia















Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Διαδρομή……


 Αρκετά χρόνια πίσω, ο Δρομέας το γλυπτό του Κώστα Βαρώτσου, στήθηκε στην πλατεία Ομονοίας, στην αφετηρία του. Ξεκινώντας από κει, στην διαδρομή του μπορεί να δέχθηκε πολλές κριτικές, είναι σίγουρο όμως πως δικαίωσε τον δημιουργό του, που απόδωσε με εκπληκτικό τρόπο την έννοια της κίνησης σε ένα….έργο Τέχνης. Μάλιστα ο Δρομέας εξακολουθεί να …κινείται…… και θέλοντας μια φορά να τον  προλάβω, ξεκίνησα χαράματα την δική μου διαδρομή μέσα από τους άδειους δρόμους της πόλης. 
 Πατησίων, Ακαδημίας …..και ακόμα ήταν μπρος μου, ώσπου εκεί στην Λεωφόρο Βασ. Σοφίας τον έφτασα…..τρέξαμε μαζί μια “διαδρομή”, απ’ του Φεγγαριού το φως ως της Αυγής τα χρώματα
Μετά από λίγο  ο Δρομέας με άφησε πια πίσω, γύρισα στους ρυθμούς της πόλης, όσο για αυτόν…… σου δίνει  την εντύπωση πως συνεχίζει την διαδρομή του…. από την Λεωφόρο Βασ. Κωσνταντίνο προς τα κάτω την  Συγγρού και  μέχρι το γυαλί του να βρει το γαλάζιο του Αργοσαρωνικού.  
































Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος…..



“Ο Χρόνος, αυτός ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..” και ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και πάνε 3 χρόνια από τότε που τον συνάντησα σε ένα σπίτι στην Λαμπανίτσα (....απομεινάρια μια ζωής) και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.
 Μου έριξε λοξές ματιές κατεβαίνοντας να επισκεφτώ το Γεφύρι της Γκρίκας. Ήταν ανακατεμένος με την πρωινή παγωμένη αντάρα, σ ένα από τα τελευταία σπίτια του χωριού και θαρρώ μου έγνεψε καθώς περνούσα βιαστικός δίπλα του. Η λαχτάρα όμως να προλάβω και να βρεθώ πάνω στο πέτρινο Γεφύρι της Γκρίκας υπερνίκησε την παράξενη αυτή αίσθηση – κάλεσμα να διαβώ το κατώφλι του. Μα επιστρέφοντας πια πίσω,  με καρτερούσε, υπομονετικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Τότε ήταν που ανηφορικός  δρόμος για το χωριό λες και εξαφανίστηκε και πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο.
 Με το πρώτο βήμα στην αυλή και….σαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, η ώρα, να πάγωσαν. Ο Χρόνος φίλεψε στον ταξιδευτή του ένα “πάγωμα” του, καλωσόρισμα όπως κάθε νοικοκύρης κάνει σ αυτά τα μέρη. Στάθηκε ακίνητος πλάι μου και  μαζί γυρίσαμε, πρώτα προς την μεριά που φυσούσε το ξεροβόρι. Με μια ματιά του είδα την αγέρωχη Μουργκάνα, πότε παγωμένη ντυμένη με του λευκού το πέπλο, πότε πράσινη τυλιγμένη με του τσαγιού  τ΄ άρωμα μα και…τότε… μπαρουτοκαπνισμένη δεμένη με τα συρματοπλέγματα του αλληλοσπαραγμού.
 Παιχνίδια του Χρόνου στην αυλή του και στραφήκαμε λίγο πιο κοντά πάνω εκεί στην Πόβλα. Οι καμινάδες όλες βγάζανε καπνό, και η κάπνα ανυψωνόταν μαζί με τις ανέμελες φωνές παιδιών από τα σοκάκια του χωριού. Και να σου! κατηφόριζαν γυναίκες ζαλωμένες, αντάμα με πραματευτάδες, κινούσαν προς τα νερά της Παύλας μα και παρέκει προς την Καμίτσιανη, τον Τσαμαντά.
Μα αυτό το στριφογύρισμα  του χρόνου καιρός ήταν να τελειώσει, ήταν ώρα να με προσκαλέσει μες στο σπίτι του.
 Η πόρτα του,  ανοικτή έτοιμη να υποδεχτεί τον μουσαφίρη και το πόδι το δεξί πάτησε για πρώτη φορά το ξύλινο πάτωμα. Το πρώτο τρίξιμο του και σαν ρεύμα αισθήσεων διαπέρασε το κορμί μου όλο, παράγοντας εικόνες στο μυαλό και την ψυχή, στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου. Ένα ένα βήμα  τις ακολούθησα πλάι στο τζάκι άπλωσα μαζί τους τα χέρια μπρος στην ζεστασιά του. Ένα  ένα τρίξιμο, περιδιαβήκαμε τον χώρο και φτάσαμε στην κουζίνα και με τρατάρανε μυρωδιές γεμάτες ρίγανη και τσάι. Διψασμένος καρτερούσα το επόμενο πάτημα, μέχρι που έφτασα στο μεγάλο δωμάτιο, των Ξένων, το καλό!!. Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν. Γινόταν ένα με τους τοίχους δίνοντας τους μια ζεστή απόχρωση και από μέσα τους άρχισαν να ξεπηδούν ήχοι, φωνές, γέλιο, κλάμα. Σιγανό ηπειρώτικο τραγούδι του μισεμού, του νόστου…..και τότε ακούστηκε το τελευταίο τρίξιμο, το πιο δυνατό, τράνταξε συθέμελα την ψυχή μου. Γύρισα και κοίταξα την ντουλάπα στην εσοχή του τοίχου. Το βλέμμα έμεινε καρφωμένο σε μια από τις πιο συγκλονιστικές Στιγμές που έχω βιώσει. Μια φωτογραφία, δύο ζευγάρια βλέμματα καλοσυνάτα. Ακόμα και ο Χρόνος παραμέρισε, αφήνοντας το κενό του, να γεμίσει από συναισθήματα. 
 Έμεινα να κοιτώ τις δύο φιγούρες …στην όψη τους «ξεχώριζα» τον παππού, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Τον ξενιτεμένο που η κάθε οικογένεια έχει σε αυτά τα ακριτικά τα μέρη. Βούρκωσα, δεν άντεξα,   θαρρώ δάκρυσαν και δυο τους απέναντί μου. Και τα βλέμματα αγκαλιαστικαν  και όλοι μαζι   σιγοτραγουδήσαμε…

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,
ωρε γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

Δεν ξέρω πόσο στάθηκα εκεί, μόνο αυτός ο Χρόνος που είχε παραμερίσει για λίγο, ξέρει. Άρχισε πάλι να κυλά σαν να με ξεπροβόδιζε και ξέμεινα με τα Ξεχωρίσματα στα χείλη να βαδίζω πιά προς την έξοδο.
 Τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν. Βουβές πια καρτερούσαν και αυτές να τις πάρουν μακριά στα ξένα, να ανταμώσουν τον κύρη, τον γιό, την κόρη.

…Αχ αυτού μακριά που βρίσκονται, εκεί γιέ μου στην Αυστραλία, Αμέρικη και Γερμανία….

Άφησα το Σπίτι στην άκρη της Πόβλας πίσω μου, με τον Χρόνο να με αποχαιρέτα από το κατώφλι τις εξώπορτας. Διέκρινα ένα κρυφό χαμόγελο του, το ξέραμε καλά κι δυο μας ότι μέχρι την επόμενη στροφή, να σου, θα μ έφτανε και ξανά τρέχοντας, θα με ξεπερνούσε ….Αυτός ο Χρόνος, ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..  








....πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο......

....στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου.....














Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν.



.....τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν....

............. ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.


Αχ στείλε μου το κορμάκι σου, σε μια γιέ μου φωτογραφία,
.......

Με τ’ εσένα θέλω να `μαι, και στην Ήπειρο καλά `ναι.



Σημείωση:  Εκ τον υστέρων με ενημέρωσε η Βαρβάρα Κακούτση  που ζει στην Βοστόνη, ότι το σπίτι είναι από το σόι Σπύρου Τσίγκου ο οποίος είναι από δεξιά στην φωτογραφία. Τα δύο εγγόνια του Σπύρου Τσίγκου μένουν στην Βοστόνη και το Τέξας.
Επίσης ο Παναγιώτης Ανυφαντής (Πρόεδρος της Αδελφότητας Πόβλας) με ενημέρωσε ότι ο Σπύρος Τσίγκος ήταν στην Αμερική από τους πρώτους μετανάστες. Είχε ένα γιο που πέθανε και αυτός στην Αμερική πριν 10 χρόνια περίπου και τον φέρανε στην Πόβλα να ταφεί.
Τους ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν.